Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Νατάσα Καλιακούδα




Γιασεμομύριστη επανάσταση

Παντούμ



Γιασεμομύριστο του εσπερινού το δείλι
μπρός μου οι δρόμοι ψάχνουν νέες ατραπούς
οι λέξεις στέκονται στο διψασμένο χείλι
ψάχνουν το νόημα σε νόστους χαλεπούς.

Μπρός μου οι δρόμοι ψάχνουν νέες ατραπούς
μακριά από τόπους που στα δύσκολα βαλτώνουν
ψάχνουν το νόημα σε νόστους χαλεπούς
και ξεχασμένες θύμισες τον πόθο τους ανδρώνουν.

Μακριά από τόπους που στα δύσκολα βαλτώνουν
βρίσκουν ελπίδας ανθισμένες κερασιές
και ξεχασμένες θύμισες τον πόθο τους ανδρώνουν
και σε ηρώων επανάστασης χνάρια περπατησιές.

Βρίσκουν ελπίδας ανθισμένες κερασιές
πυξίδα για επίθεση ζωντάνεψαν κι οι θρύλοι
και σε ηρώων επανάστασης χνάρια περπατησιές.
γιασεμομύριστο του εσπερινού το δείλι.


Νατάσα Καλιακούδα



Αμύριστος




Μα ποιος τον είδε στα φεγγάρια μυστικά του να γυρνάει
πάντα με χείλη ξέδιψα απ’ της ζωής τον μούσκο
να του μιλάς με την σιωπή κι αυτός να σ’ απαντάει
να κόβει ρόγες σταφυλιών και να τις κάνει μπρούσκο.

Και ποιός τον είδε πίνοντας τις στράτες να διαβαίνει
για μιαν Ιθάκη τ’ ουρανού και να κρυφοκοιτάει
θανατηφόρες θύμισες πίνει μα δεν πεθαίνει
όλου του πόνου το κρασί κι όμως να μην μεθάει.

Στο γαλανό ποιός τον αντάμωσε να παίζει με την μοίρα
και να ‘χει του για εξάντα των αστεριών την άχνη
να πίνει κύματα θολά φτύνοντας την αλμύρα
και με τον φλοίσβο αγκαλιά, δικιά του αλισάχνη.

Ποιος στον γιαλό τον θώριασε να βάζει του πορφύρα
και να κερνάει στις μέλισσες των φεγγαριών την γύρη
μ’ αβερτοσύνη η αγάπη του και να κρατάει την φύρα
σαν αποκάμει τις βραδιές σε όστρακο να γείρη.

Και ποιος τον είδε να φυτεύει σε εποχές φιλύρα
να τριγυρνάει τα σύμπαντα και να ‘ναι του αγύριστος
μαζί με τον Διόνυσο να γλυκοπαίζει λύρα
να ‘ναι αυτός η άνοιξη, και όμως του αμύριστος! 



Νατάσα Καλιακούδα



Η αρπαγή της ελπίδας

Σονέτο




Σε γυάλες μαύρες τ’ ανθηρό της χώμα
σε γκρίζα πέρατα της γης σκορπίσαν
κι όλους τους κήπους στην σιωπή βυθίσαν
σαν στράγγιξαν απ’ τη χαρά το χρώμα.

Κι από πηλό ξανάπλασαν το σώμα
σ’ έναν παράδεισο που επινοήσαν
χαρές δεν έσπειραν, τις λησμονήσαν
κι έτσι απέμεινε σαν ένα σκώμμα.

Μαβιές ψιχάλες ρίζωσαν στις πέτρες
και σπόροι ονείρων χάσαν την αυγή
πλανεύτρες τα πουλήσαν στο σκοτάδι.

Της προσμονής αδειάσαν οι φαρέτρες
είναι που κλέψαν την ελπίδα απ’ την γη
κι αστόχησε της μοίρας το υφάδι.



Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Κυριάκος Κυτούδης



Η μικρή μου Ελένη


                                   Αφιερωμένο στην μικρή μου Ελένη


Ψυχούλα μου·
από την πρώτη ανασαιμιά σου έμοιαζες φιλντισένια
και γεύτηκα το πιο λευκό της γέννας το ασπράδι
και σαν επαίτης τα μαλλάκια σου να δω μου μεταξένια
να κόψω απ’ των αστεριών το πιο γλυκό τους χάδι,
θα μάσω όλο το πορφυρό των όστρακών μου χρώμα
στα πιο βαθιά του γαλανού θα ψάχνω κάθε δώμα.

Έχεις τα μάτια της αυγής τ’ Αυγερινού τη μέρα
παραδεισένιο άγγιγμα λευκός μου αποσπερίτης
γέμισες με χρυσανθούς την όποια μου καλντέρα
και μοιάζω στο μεγάλο σου μικρό μου ξωμερίτης,
που ροδαμούς ο κόσμος σου κι εγώ ανθού ο σπόρος
ο πηγαιμός σου αγιόχρωμα και του λευκού ο πόρος.

Της γεννησιάς σου η ώρα κι αν έφερε γεννήματα
στη γης φυτρώνουν πια παντού γλυκομηλιές
γλυκά κεράσια, ρόδα σου, των δέντρων γλυκονήματα
κι απ’ τα γαρδέλια μάτια μου γλυκάναν κι οι φωλιές,
οι μέλισσες τριγύζουνε τα που γλυκά φιλιού
δεν φτιάχνουν οι κυράδες πια γλυκό του κουταλιού.

Τα δυο μικρά σου ποδαράκια μοιάζουν μου φεγγάρια
ξυπόλυτα στο γαλανό που παίζουν με τ’ αστέρια
τ’ αγγελωτά τριγύρω σου σε άσπρα συναξάρια
τα τρυφερά σου τα μαλλιά στολίζουν περιστέρια,
το που απλό χαμόγελό σου κάνει μου ασημένιο
μ’ αβερτοσύνη κέντημα μοιάζεις καντιφεδένιο.

Θα στρώσω σου τραπέζι μ’ ένα ποτήρι θάλασσα
κάθε φαρέτρα μ’ ασημιά, κάθε χρυσός σε θήκη
σου έχω φτιάξει Βίγλες που από καιρό τις μάλασσα
το όνομά σου είναι φως, κι η ομορφιά σου Νίκη,
και σαν βυζάστρα φέρω σου των αστεριών το γάλα
και θα μ’ εδώ να δείχνω σου πώς όνειρα μεγάλα.

Ψυχούλα μου·
θα στρώσω σου στον πηγαιμό αστέρια από φιλύρα
που φτερωτά τα βήματα κι αετούσα η σκιά σου
οι άγγελοι στον ύπνο σου γλυκά θα παίζουν λύρα
και τ’ αστερόπουλα φιλιά, θα παίζουνε σιμά σου,
και ζήτησα απ’ τ’ αγγελωτά το χέρι σου κρατάνε
κι οπού γλυκά μου είπανε, οι άγγελοι, αγγέλους δεν φυλάνε.

Ψυχούλα μου· μικρό κεράκι μου, πολύ μου φως,
μικρή μου Ελένη· Μεγάλη μου αγάπη!